Vito Acconci - Αυτό που πραγματικά θέλω είναι η επανάσταση

Αυτα ειναι τα λογια του σπουδαίου Vito Acconci (1940 - 2017) σε μια συνέντευξη του στην διαδικτυακή τηλεόραση του San Francisco Museum of Modern Art.


Η μοναξιά και η απώλεια στα έργα του Mark Morrisroe

Περπατώντας άγρια στις αίθουσες του Σχολείου Τέχνης με τα σκισμένα μπλουζάκια του, αποκαλώντας τον εαυτό του Mark Dirt, ήταν ο πρώτος πανκ...


Jacques Henri Lartigue Φωτογραφιζοντας την ευτυχια

Στην Ευρώπη κανένας κριτικός δεν θα τολμούσε να αποδώσει καλλιτεχνική εγκυρότητα σε έννοιες όπως «ελαφρότητα» και «ευτυχία»...


Η συλλογή Bennett
The Bennett Collection of Women Realists

Οι Elaine και Steven Bennett είναι αφοσιωμένο στην προώθηση της καριέρας των γυναικών καλλιτεχνών, αφού «οι γυναίκες υποεκπροσωπούνται...».


Herman Melville- Μόμπι Ντικ

Ο Χέρμαν Μέλβιλ (1819 – 1891) ήταν Αμερικανός συγγραφέας, περισσότερο γνωστός για το κλασικό του πλέον έργο, «Μόμπι Ντικ».

Ο πατέρας του χρεοκόπησε και πέθανε όταν ο Χέρμαν ήταν μόλις δώδεκα ετών, αναγκάζοντάς τον να εγκαταλείψει το σχολείο για να βοηθήσει την οικογένεια.

Το 1835 γράφτηκε στη Σχολή Κλασσικών Σπουδών του Όλμπανι και το 1837 δούλεψε ως γραφιάς και δάσκαλος. Ο Μέλβιλ ήταν κατά βάση αυτοδίδακτος. Οι ιστορίες της Βίβλου με τις οποίες μεγάλωσε αποτέλεσαν τη βάση της μόρφωσής του, που συμπληρώθηκε από τη μελέτη του για τον Σέξπιρ. Η αποτυχία του να βρει μια σταθερή απασχόληση και η τυχοδιωκτική του φύση τον ώθησαν να μπαρκάρει και πάλι τον Ιανουάριο του 1841 ως ναύτης στο φαλαινοθηρικό Ακούσνετ.

Τον Ιούλιο του 1842 το πλοίο του αγκυροβόλησε στα νησιά Μαρκέζας του Νότιου Ειρηνικού. Οι περιπέτειες του Μέλβιλ στην περιοχή αυτή έγιναν το θέμα του πρώτου του μυθιστορήματος Typee (1846) ή Περιπέτειες στη χώρα των κανιβάλων, όπως αποδόθηκε στα ελληνικά. Σύμφωνα με την αφήγηση, ο Μέλβιλ κι ένας συνάδελφός του εγκατέλειψαν το πλοίο και έζησαν για τέσσερις μήνες ως φιλοξενούμενοι - αιχμάλωτοι της φυλής των Ταϊπή, τους οποίους ο συγγραφέας χαρακτηρίζει ανθρωποφάγους. Παρά τους κινδύνους που διέτρεξε, περιγράφει τον τόπο των Ταϊπή, ως ένα ειδυλλιακό τόπο φυγής από τον καταπιεστικό και απειλητικό πολιτισμό.

Στην πραγματικότητα, ο Μέλβιλ ναυτολογήθηκε τον Αύγουστο του 1842 στο αυστραλιανό φαλαινοθηρικό Λούσι Αν. Το περιστατικό μιας ναυτικής ανταρσίας στην οποία ο Μέλβιλ έλαβε μέρος και τις περιπέτειες που ακολούθησαν αποτελεί το θέμα του επόμενου βιβλίου του Omoo (Όμου), γραμμένο σε εύθυμο τόνο το 1847. Κατά τη διάρκεια των περιπλανήσεών του ωρίμασε ο σαρκασμός του για τις ταπεινώσεις και την εκμετάλλευση των ιθαγενών από τους αποίκους και προπαντός από τους ιεραποστόλους.

Το 1843 ο Μέλβιλ πήγε στη Χαβάη, όπου έπιασε δουλειά σ' ένα γραφείο και σ' ένα βιβλιοπωλείο. Σύντομα, όμως, έφτασε στη Χονολουλού το παλιό του πλοίο, το Ακούσνετ, που έψαχνε για λιποτάκτες. Φοβούμενος μήπως τον βρουν και τον ξαναπάρουν στο φαλαινοθηρικό, ο Μέλβιλ έσπευσε να μπει σ' ένα αμερικάνικο πολεμικό πλοίο ως απλός ναύτης. Δεκατέσσερις μήνες αργότερα έφτασε στο λιμάνι της Βοστώνης.

Το 1850 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά του White-jacket (Τα άσπρα αμπέχονα), στο οποίο περιγράφει τη ζωή του πάνω στο πολεμικό πλοίο και κατακρίνει τις βαρβαρότητες και ιδιαίτερα το μαστίγωμα, το οποίο συνηθιζόταν τότε στα σκάφη του αμερικανικού ναυτικού. Η κριτική επαίνεσε το βιβλίο και τη θαρραλέα στάση του, η οποία βρήκε ισχυρή πολιτική υποστήριξη.

Στις 4 Αυγούστου 1847 ο Μέλβιλ παντρεύτηκε την Ελίζαμπεθ Σο, κόρη του Λέμιουελ Σο, προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Μασαχουσέτης και παιδικού φίλου του πατέρα του. Το ζεύγος Μέλβιλ απέκτησε τέσσερα παιδιά (δύο αγόρια και δύο κορίτσια), ενώ αγόρασαν κι ένα αγροτόσπιτο στο Πίτσφιλντ της Μασαχουσέτης. Εκεί γνώρισε και συνδέθηκε στενά με τον διάσημο συγγραφέα Ναθάνιελ Χόθορν (Άλικο Γράμμα). Σ' αυτόν αφιέρωσε ο Μέλβιλ το Μόμπι Ντικ, το οποίο εκδόθηκε στις 18 Οκτωβρίου 1851 στο Λονδίνο κι ένα μήνα αργότερα στις ΗΠΑ.

Moby-Dick; or, The Whale

Μόμπι Ντικ ή Η Φάλαινα είναι μυθιστόρημα του 1851 από τον Αμερικανό συγγραφέα Χέρμαν Μέλβιλ. Το βιβλίο είναι η αφήγηση του ναύτη Ισμαήλ της καταναγκαστικής αναζήτησης του Αχαάβ, καπετάνιου του φαλαινοθηρικού πλοίου Πίκοουντ, για εκδίκηση ενάντια στον Μόμπι Ντικ, μια γιγάντια λευκή φάλαινα φυσητήρα η οποία στο προηγούμενο ταξίδι του Πίκοουντ δάγκωσε το πόδι το Αχαάβ στο γόνατο.

Το βιβλίο ανήκει στη λεγόμενη Αμερικανική Αναγέννηση και έχει ταξινομηθεί από τον όψιμο ρομαντισμό μέχρι τον πρώιμο συμβολισμό. Όταν δημοσιεύθηκε έλαβε ανάμεικτες κριτικές και ήταν εμπορική αποτυχία και όταν πέθανε ο συγγραφές του το 1891 δεν τυπωνόταν.

Η φήμη του ως σπουδαίο αμερικανικό μυθιστόρημα άρχισε να εξαπλώνεται στις αρχές του 20ού αιώνα, με την εκατονταετηρίδα της γέννησης του Χέρμαν Μέλβιλ.

 Ο Ουίλιαμ Φώκνερ είπε ότι ευχόταν να το είχε γράψει ο ίδιος και ο Ντ. Χ. Λώρενς το αποκάλεσε «ένα από τα πιο περίεργα και υπέροχα βιβλία στον κόσμο» και «το σπουδαιότερο βιβλίο που έχει γραφτεί για τη θάλασσα». Η εναρκτήρια πρόταση «Λέγε με Ισμαήλ» είναι ανάμεσα στις πιο διάσημες της παγκόσμιας λογοτεχνίας.



Η βάση της δουλειάς του Μέλβιλ ήταν ένα φαλαινοθηρικό ταξίδι το 1841 με το πλοίο Ακούσνετ. Το μυθιστόρημα αντλεί επίσης από τη φαλαινοθηρική λογοτεχνία καθώς και αντλεί έμπνευση από τον Σαίξπηρ και τη Βίβλο. Η έμπνευση για τη φάλαινα ήταν μια δύσκολο να πιαστεί αλμπίνα φάλαινα, γνωστή ως Μότσα Ντικ και το τέλος του βιβλίου βασίζεται στη βύθιση του φαλαινοθηρικού Έσσεξ το 1820.

Οι λεπτομερείς και ρεαλιστικές περιγραφές της φαλαινοθηρίας και της εξαγωγής του λαδιού, καθώς και της ζωής στο πλοίο ανάμεσα σε ένα πολυπολιτισμικό πλήρωμα αναμιγνύονται με την εξερεύνηση της κοινωνικής θέσης, του καλού και κακού και την παρουσία Θεού. Πέραν της αφηγηματικής πρόζας, ο Μέλβιλ χρησιμοποιεί επίσης από τραγούδια, ποίηση και καταλόγους μέχρι μονολόγους και σαιξπηρικούς διαλόγους.

Η συγγραφή του βιβλίου διήρκεσε 18 μήνες. Τον Οκτώβριο του 1851 το κεφάλαιο «Η ιστορία του Τάουν-Χο» δημοσιεύθηκε στο Harper's New Monthly Magazine. Τον ίδιο μήνα δημοσιεύθηκε ολόκληρο το βιβλίο (σε τρίτομο) με τον τίτλο Η Φάλαινα στο Λονδίνο και τον Νοέμβριο με τον οριστικό του τίτλο ως ένας τόμος στη Νέα Υόρκη. Υπάρχουν εκατοντάδες διαφορές ανάμεσα στις δύο εκδόσεις, καθώς ο εκδότης στο Λονδίνο Ρίτσαρντ Μπέντλεϊ λογόκρινε και άλλαξε πολλά σημεία, ενώ ο Μέλβιλ προχώρησε και εκείνος σε αλλαγές, συμπεριλαμβανομένης της αλλαγής τίτλου. Το όνομα της φάλαινας και στις δύο εκδόσεις είναι Μόμπι Ντικ, χωρίς την παύλα.

Ο Χέρμαν Μέλβιλ πέθανε σχεδόν ξεχασμένος στις 28 Σεπτεμβρίου 1891 στη Νέα Υόρκη από καρδιακή προσβολή. Το ενδιαφέρον για το έργο του αναζωπυρώθηκε στη δεκαετία του '20, όταν εκδόθηκαν η βιογραφία του από τον Ρέιμοντ Γουίβερ (Herman Melville: Man, Mariner and Mystic, 1921) και το μυθιστόρημά του Μπίλι Μπαντ. Σήμερα αναγνωρίζεται πλέον ως ένας από τους σπουδαιότερους αμερικανούς λογοτέχνες και ο Μόμπι Ντικ ως ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.




Για να γράψεις ένα μεγάλο βιβλίο, πρέπει να διαλέξεις ένα μεγάλο θέμα. [...] Αυτό που, άπαξ και το 'βρισκε κανείς, ξεκαθάριζαν και όλα τα υπόλοιπα" (H. Melville)

"Λέγε με Ισμαήλ. Πριν από μερικά χρόνια -δεν έχει σημασία πόσο ακριβώς- έχοντας λίγα ή καθόλου χρήματα στο πουγκί μου και τίποτα ιδιαίτερο που να με ενδιαφέρει στη στεριά, σκέφτηκα να ταξιδέψω λίγο στη θάλασσα και να δω το υδάτινο μέρος του κόσμου.

Είναι ένας τρόπος που έχω να διώχνω το σπλήνιασμα και να ρυθμίζω το κυκλοφοριακό. Όταν πιάνω τον εαυτό μου να στραβώνει το στόμα όταν μες στην ψυχή μου είναι Νοέμβρης υγρός, που ψιλοβρέχει όταν πιάνω τον εαυτό μου να σταματάει άθελα μπρος σε φερετροπωλεία και να γίνεται ουραγός κάθε κηδείας που συναντώ και ειδικά όταν οι υποχονδρίες μου με κυβερνούν τόσο, που χρειάζεται ένας δυνατός ηθικός φραγμός να με εμποδίσει να βγω επίτηδες στο δρόμο και μεθοδικά να ρίξω χάμω τα καπέλα του κόσμου - τότε θεωρώ πως ήρθε πια η ώρα να μπαρκάρω, όσο πιο γρήγορα μπορώ.

Είναι το δικό μου υποκατάστατο του πιστολιού και της σφαίρας. Με μια φιλοσοφική χειρονομία όλο μεγαλοπρέπεια, ο Κάτων ρίχνεται πάνω στο σπαθί του εγώ παίρνω ήσυχα το πλοίο. Δεν υπάρχει τίποτα το εκπληκτικό σ' αυτό. Αν το ήξεραν έφτανε όλοι σχεδόν οι άνθρωποι, με τον τρόπο τους, αργά ή γρήγορα, θα έτρεφαν πάνω-κάτω τα ίδια αισθήματα με μένα για τον ωκεανό. [...]



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου